σποράδην

σπορ-άδην [pron. full] [ᾰ], Adv.
A scatteredly, here and there,

σ. ἀπώλλυντο Th.2.4

(v.l. for σποράδες) ; οἰκεῖν, i.e. not in communities, Pl.Prt.322b, Isoc.4.39; τὰ λεγόμενα ς. Arist.Pol.1259a4; σ. τὸ πρὶν ἀειδόμενος, of Homer before Peisistratus, AP11.442;

σ. ἀναγέγραπται Plu.2.629e

; οἱ ς., opp. οἱ ἐλλόγιμοι Πυθαγορικοί, D.L. 8.91.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σποράδην — scatteredly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σποράδην — ΝΜΑ επίρρ. σποραδικά, σκόρπια, εδώ κι εκεί («ἄλλοι δὲ ἄλλη τῆς πόλεως σποράδην ἀπώλοντο», Θουκ.) αρχ. (με το άρθρ. αρσ. πληθ.) οἱ σποράδην οι κοινοί άνθρωποι, σε αντιδιαστολή προς τους Πυθαγορείους. [ΕΤΥΜΟΛ. < σποράς + επιρρμ. κατάλ. άδην… …   Dictionary of Greek

  • σποράδην — [спорадин] επίρ. там и сям, порознь, отдельно …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ГОМЕР —    • Homērus,          α̃Ομηρος. Известия древних о веке, жизни и судьбе Г. по большей части не что иное, как догадки и легендарные, частью символические рассказы из более позднего времени греческой истории; из них историческое исследование может …   Реальный словарь классических древностей

  • Sparti — SPARTI, órum, Gr. Σπαρσοὶ, waren diejenigen, die aus den Zähnen des kastalischen Drachen entsprungen, welche Kadmus säete. Denn als er solchen erleget hatte, so hieß ihm Pallas das Land umackern, und solche Drachenzähne dahinein säen. Kaum hatte… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Бурмейстер, Иоахим — Иоахим Бурмейстер (нем. Joachim Burmeister; ок. 1556, Люнебург  5 мая 1629, Росток)  немецкий теоретик музыки и композитор. Родился в семье ремесленников, занимавшихся вышиванием бисером. В 1593 окончил университет в Ростоке (среди …   Википедия

  • SPURIUS — I. SPURIUS inter praenomina antiquorum, duabus literis notatur Sp. quasi sine patre; quemadmodum in Problematis Plut. indicavit. SP. Carbilius, dedit Romanis literam G. primusque dicitur ludum aperuisse. SP. Carvilius Maximus, Consul, an. Urb.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σωματικός — ή, ό / σωματικός, ή, όν, ΝΜΑ [σώμα, σώματος] 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει στο σώμα (α. «σωματική διάπλαση» β. «σωματικαὶ ἐργασίαι», πάπ. γ. «πόνοι σωματικοί», επιγρ. δ. «σωματικὰ ἔργα», Αριστοτ.) 2. αυτός που έχει σωματική, υλική… …   Dictionary of Greek

  • Αριστόξενος ο Ταραντίνος — (4ος αι. π.Χ.).Μουσικός και φιλόσοφος. Γεννήθηκε στον Τάραντα, αλλά έζησε και ανέπτυξε τη δράση του κυρίως στην Ελλάδα. Σε νεαρή ηλικία μυήθηκε στις πυθαγόρειες μουσικές και φιλοσοφικές διδαχές. Γύρω στο 343 π.Χ. εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο.… …   Dictionary of Greek

  • Σωτίων — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Αλεξανδρινός περιπατητικός φιλόσοφος και συγγραφέας, που άκμασε γύρω στο 50 μ.Χ. Δάσκαλος του Σενέκα, έγραψε το έργο Κέρας Αμαλθεΐας, όπου περιλαμβάνει παράδοξες και μυθικές διηγήσεις για την Ινδία. Από αυτό… …   Dictionary of Greek

  • ՑԱՆ — (ի, ից. կամ ու, ուց.) NBH 2 0907 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 7c, 8c, 10c, 12c գ. σπορά satio, satus. Արմատ Ցանելոյ. իբր Ցանումն. սփռումն. սերմն. ցանք. ... *Սերմանել զսեմանիս օգտակար ցանից: Ի ցանուն ժամու. Ագաթ.:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.